Ένα σου φιλί

Καλωσορίζω τον Απρίλη με ένα τραγουδάκι όμορφων στιγμών έμπνευσης!

Έλα πιο κοντά, έλα να φύγουμε μακριά
Να πάμε σε ωκεανούς, με οδηγό τους πειρασμούς

Μιλάς σιγά, το άγγιγμά σου είναι φωτιά
Δίπλα στον Αυγερινό, θα σου φωνάξω σ’αγαπώ

Με να σου φιλί εγώ ξενυχτάω
Κάθε μας στιγμή σαν κρασί μεθάω
Με να σου φιλί κόσμος μαγικός
Γίνεται η ζωή δρόμος φωτεινός

Πάρε μ’αγκαλιά, βάλε στις νύκτες πυρκαγιά
Περνάω μες τον καπνό, το πρόσωπό σου για να δω

Η νύχτα ζητά, τα βήματά μας τα γοργά
Τρελός χορός, σε ρυθμούς του ροκ εν ρολ



Αφιερωμένο στην Αυγή. Θυμόμασταν στιγμές με το Μιχάλη... Αυγή δεν γράφω αριστουργήματα σαν εκείνον αλλά προσπαθώ!

Ήταν ένας κιθαρίστας...

«Δεν περνάς κυρά Μαρία, δεν περνάς, δεν περνάς…»
Τι όμορφη η αίσθηση του να είσαι παιδί! Δεν υπάρχει καλύτερη ηλικία από την παιδική. Όλα μοιάζουν τόσο όμορφα και τόσο αθώα. Η ζωή είναι παιχνίδι και το μαθαίνουμε παίζοντας, τραγουδώντας, πέφτοντας. Τα πάντα είναι τόσο ρόδινα όταν είσαι παιδί. Δε σε απασχολεί το καυσαέριο, η οικονομική κρίση, ο πόλεμος στο Ιράκ, η Τζούλια, οι διαφημίσεις, ποιος είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Ignorance is bliss!
Όταν είσαι παιδί, και κανείς δεν σου έχει κάνει ακόμα πλύση εγκεφάλου, η φαντασία και η σκέψη σου δεν έχουν φραγμούς. Δε γνωρίζεις τι είναι ο θάνατος ή το λάθος. Τις περισσότερες φορές δεν χρειάζεται καν να δικαιολογήσεις τη σκανταλιά που έκανες. Ακόμη και αυτή η σκανταλιά είναι αθώα.
Σαν παιδιά παίζαμε στις λάσπες. Μας ενθουσίαζε η κάθε βόλτα που πηγαίναμε, είτε ήταν στην παιδική χαρά, είτε μία βόλτα στο τετράγωνο. Είναι ωραίο να έχεις την ικανότητα να ενθουσιάζεσαι με τα πιο απλά πράγματα. Είναι αλήθεια υπέροχο. Ως μεγάλοι έχουμε πλέον μάθει να αγνοούμε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Γινόμαστε μεταλλικά ρομπότ και ακολουθούμε ρουτίνα και κανόνες. Μπορεί να γίνει πυρηνική έκρηξη και να μην το αντιληφθούμε. Τίποτα πλέον δε μας συναρπάζει, τίποτα δε μας εξιτάρει. Αδιαφορούμε και απαξιώνουμε τα πάντα. Ενώ όταν είσαι παιδί γελάς με εικόνες, με λέξεις, με ένα χαμόγελο.
Δεν είναι περίεργο που ο άνθρωπος αναισθητοποιείται όσο μεγαλώνει; Μικροί όλοι τραγουδούσαμε, χορεύαμε, παίζαμε χωρίς να μας ενδιαφέρει τι θα πει η ομήγυρη. Τόσα μαγικά τραγουδάκια που τραγουδούσαμε μικροί. Ήταν θυμάμαι μία πιπεριά μου μας έκοψε το χέρι, μία βαρκούλα που έβγαινε στο γιαλό κι ένα λαμπρό φεγγαράκι. Παίζαμε «περνά, περνά η μέλισσα» και «πινακοτή». Χαρά μας κατέκλυζε ακόμη και για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Τώρα δεν ενδιαφερόμαστε. Ξυπνάμε, τρώμε, δουλεύουμε, κοιμόμαστε. Τίποτα δε μας συγκινεί, τίποτα δε μας ενθουσιάζει. Παραπονιόμαστε ότι έχουμε κολλήσει σε μία αφόρητη ρουτίνα, όμως αγνοούμε πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν άλλο χρώμα στη μέρα μας. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί να ξετρυπώσουμε το παιδί μέσα μας. Όλοι καταβάθος είμαστε αιώνια παιδιά. Ας βρούμε λοιπόν το κομμάτι της παιδικότητάς που χάσαμε ή ξεχάσαμε ή αποφασίσουμε να αγνοήσουμε. Αν γινόμασταν πάλι παιδιά ο κόσμος θα ήταν πιο ευτυχισμένος.

Δε μεγαλώνω λοιπόν. Αν πρόκειται μεγαλώνοντας να χάσω την ικανότητα της χαράς, αν θέλετε της «χαζοχαρουμενιάς», τότε προτιμώ να παραμείνω παιδί. Διότι σαν παιδί βλέπω τον κόσμο με αισιοδοξία και ελπίδα.
Προχωρώ λοιπόν σαν παιδί και στο δρόμο σιγοτραγουδώ για έναν κιθαρίστα…

«Ήτανε ένας κιθαρίστας
Μεγάλος και τρανός αρτίστας
Λέξη δεν ξέρουμε γι αυτόν
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο

Κι έκανε ένα ταξιδάκι
Κι έβαλε μες το βαλιτσάκι
Δυο ζεύγη κάλτσες δυο κασκόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο

Κι έβαλε πλώρη στην Αγγλία
Μα η μεγάλη τρικυμία
Τον έριξε εις το Κονγκό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Και η βασίλισσα η Αγγλία
Καθότανε στην παραλία
Κρατούσε ένα παρασόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο

Έλα εδώ παιδί λευκό
Στη σούβλα να σε φάω ψητό
Με σκόρδα και μαϊντανό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο

Στη δύσκολη αυτή στιγμή
αρχίζει ο νιος τη μουσική
Τόσο της άρεσε αυτό
Του λέει θα σε παντρευτώ

Η ιστορία μας αυτή
Μας λέει πως η μουσική
Κάνει το σκλάβο βασιλιά
Ντο σι λα σολ φα μι ρε λα»


Αφιερωμένο στα παντοτινά παιδιά αυτού του κόσμου!

Έμεινα εδώ...

Γυάλινα δάκρυα είχαν γεμίσει τα κεχριμπαρένια μάτια σου, τόσο όμορφα ακόμα και στενοχωρημένα. Με κοιτούσαν παραπονιάρικα και απογοητευμένα. Αυτά τα μάτια, τα τόσο μαγικά και χρυσαφένια, τώρα ήταν κόκκινα και θλιμμένα. Δε με είχαν ξανακοιτάξει έτσι.Δειλά αλλά αποφασιστικά άγγιξες το χέρι μου και το κράτησες σφιχτά.
-Μη φύγεις, μου είπες με σπασμένη φωνή.
Είχα σαστίσει. Δε σε είχα ξαναδεί έτσι. Δε με είχες ξανακοιτάξει έτσι. Δε με είχες ξαναγγίξει έτσι. Το γλυκό προσωπάκι σου, πάντα γεμάτο χαρά και κέφι, τώρα ήταν κόκκινο κι αναστατωμένο. Καθώς μιλούσες τα δάκρυα εγκατέλειπαν τα μάτια κι έτρεχαν αργά στα μάγουλά σου.
-Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Σε χρειάζομαι. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό.
-Μα..
-Άφησε με να τελειώσω, σε παρακαλώ.
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Είχα αφοπλιστεί από το βλέμμα σου. Μπορεί οι απρόσμενες αυτές λέξεις να έβγαιναν από τα χείλη σου αλλά τα μάτια σου ήταν που μιλούσαν. Με στενοχωρούσε να τα βλέπω έτσι.
-Ξέρω ότι είπα πολλά πράγματα, έλεγες με τρεμάμενη φωνή, αλλά δεν τα εννοούσα. Πρέπει να ξέρεις ότι δε τα εννοούσα.
Εδώ έκανες μία μικρή παύση, αλλά συνέχισες να με κοιτάς. Η φωνή σου ακουγόταν διαφορετική. Ίσως επειδή δεν την είχα ξανακούσει έτσι.
-Μη φύγεις. Ό,τι κι αν είπα ό,τι κι αν έκανα δε σήμαινε ότι δε σε θέλω κοντά μου. Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να σου ζητάω κάτι τέτοιο, αλλά… Δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς εσένα. Ποιος θα είναι το καθημερινό στήριγμα μου; Ποιος θα είναι εκεί ακόμη κι όταν εγώ δεν τον χρειάζομαι; Ποιος θα μου λέει καλημέρα απλά για να χαμογελάσω;
Τα μάτια σου τώρα ξεχείλισαν και το κλάμα γινόταν όλο και πιο φανερό.
-Συγγνώμη που νόμιζες ότι αδιαφορώ, ό,τι δε σε θέλω δίπλα μου. Συγγνώμη…Μη φύγεις…
Οι λέξεις χάθηκαν μέσα στα δάκρυά σου.
Τότε εγώ χαμογέλασα. Δεν ειρωνευόμουν, ούτε γελούσα, ούτε χαιρόμουν. Έφερα την παλάμη μου στο μάγουλό σου και σκούπισα τα δάκρυα που το μούσκευαν. Εκείνα όμως συνέχισαν να κυλούν καθώς με κοιτούσες μην έχοντας κάτι άλλο να πεις. Τότε εγώ χαμογέλασα, όπως χαμογελάει η μητέρα στο παιδί της που έκανε μία αταξία κι έπειτα έκλαιγε που το μάλωσε. Σου χαμογέλασα με όση στοργή κι αγάπη είχα στην καρδιά μου.
-Δε θα φύγω καρδιά μου, αποκρίθηκα ήρεμα.
-Τι εννοείς; Μα εγώ νόμιζα…
-Δε θα φύγω. Δε θα έφευγα εξαρχής. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να φύγω; Να αφήσω τη ζωή μου, του φίλους, το σπίτι μου;
-Αφού μου το είπες. Το είχες αποφασίσεις…, προσπαθούσες να πεις.
-Στο είπα γιατί ήμουν εκνευρισμένη. Δεν ήθελα να σου μιλήσω. Ένιωθα πληγωμένη. Όμως πώς γίνεται να φύγω; Πώς γίνεται να σε αφήσω μόνο σου, να σε αποχωριστώ; Πώς γίνεται να μην ξαναδώ αυτά τα υπέροχα μάτια να χαμογελούν; Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν ειπωθεί, εγώ θα μείνω για πάντα εδώ. Θα είμαι πάντα δίπλα σου.
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν τα τελευταία ήταν δάκρυα χαράς ή κατάλειπα των προηγουμένων. Ορμητικά ρίχτηκες στην αγκαλιά μου σφίγγοντας με δύναμη τους ώμους μου. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση σου κρατώντας σε σφιχτά. Χάιδευες και φιλούσες απαλά τα μαλλιά μου σφίγγοντάς με όλο και περισσότερο. Τι όμορφο και γαλήνιο που ήταν το αίσθημα αυτής της αγκαλιάς.
-Εδώ θα μείνω ψυχή μου, εδώ, ψιθύρισα.

Τότε ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια μου αργά και νωχελικά. Το φαντάστηκα ότι ήταν όνειρο. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του, κατά βάθος το ήξερα. Ίσως γι αυτό ήμουν τόσο ήρεμη. Ίσως γι αυτό φερόμουν τόσο απλά. Δεν υπήρχε άγχος, δεν υπήρχε εκνευρισμός.
Τι περίεργα που είναι τα όνειρα. Ονειρευόμαστε πόθους κι επιθυμίες που είναι βαθιά θαμμένα πίσω από τις κλειστές πόρτες του υποσυνείδητού μας. Ακόμη και για όνειρο αυτό ήταν απρόσμενο. Τόσο παραστατικό, τόσο αληθινό και συνάμα τόσο ψεύτικο.
Ανοιγοκλείνω τα μάτια και χαμογελώ ασυναίσθητα. Θυμάμαι… Οι αναμνήσεις δεν είναι πλέον εχθρός. Δεν παραμονεύουν την κάθε στιγμή μου για να με χλευάσουν και να με τιμωρήσουν με την ομορφιά. Θυμάμαι και χαμογελώ.
Θυμάμαι…τις φορές που δε χόρταινες να μου μιλάς. Θυμάμαι…που χρειαζόσουν την καλημέρα μου. Θυμάμαι…που αποζητούσες το χαμόγελό μου. Θυμάμαι…που με χρειαζόσουν. Θυμάμαι…ένα βραδινό μπαλκόνι. Θυμάμαι…που πετούσαμε ψηλά. Θυμάμαι…είχες πει να είμαι καλά μόνο για σένα, για να σε κάνω ευτυχισμένο.
Έμεινα εδώ. Δεν έφυγα ακόμη κι όταν είχα την ευκαιρία. Έμεινα εδώ παρ’ όλο που όλα φαινόντουσαν μαύρα. Έμεινα εδώ κι ας προέβλεπε καταιγίδες το μετεωρολογικό δελτίο. Ήρθαν, κι όμως έμεινα εδώ. Έμεινα εδώ επειδή για κάποιο άγνωστο λόγο πιστεύω σε εσένα. Έμεινα εδώ. Απλά για να είμαι εδώ όταν με χρειαστείς. Ίσως είμαι ανόητη, ίσως… Προσπάθησα να φύγω αλλά δεν τα κατάφερα. Έμεινα εδώ για ό,τι κι αν συμβεί, για ό,τι κι αν λεχθεί. Έμεινα εδώ ακόμη κι αν το όνειρο μείνει όνειρο. Έμεινα και θα μείνω για πάντα εδώ.
Θυμάμαι και χαμογελώ. Ξύπνησα όμορφα σήμερα. Αναμνήσεις και όνειρο χορεύουν με το πρωινό κελάηδημα των πουλιών. Σηκώνομαι και ανοίγω τα παντζούρια με το καθιερωμένο πρωινό μου κέφι. Ο ουρανός είναι γαλανός και ο ήλιος με καλημερίζει με τις φωτεινές ακτίνες του. Θα είναι μία όμορφη μέρα.





Αφιερωμένο στον αδερφό μου. Για μένα αυτός θα είσαι πάντα. Ό,τι δυσκολία κι αν συναντήσουμε, ό,τι κι αν πούμε ο ένας στον άλλο. Ακόμη κι αν δεν ξαναμιλήσουμε ποτέ για μένα θα είσαι πάντα ο αδερφός μου.

Recent Posts