Καλωσορίζω τον Απρίλη με ένα τραγουδάκι όμορφων στιγμών έμπνευσης!
Έλα πιο κοντά, έλα να φύγουμε μακριά
Να πάμε σε ωκεανούς, με οδηγό τους πειρασμούς
Μιλάς σιγά, το άγγιγμά σου είναι φωτιά
Δίπλα στον Αυγερινό, θα σου φωνάξω σ’αγαπώ
Με να σου φιλί εγώ ξενυχτάω
Κάθε μας στιγμή σαν κρασί μεθάω
Με να σου φιλί κόσμος μαγικός
Γίνεται η ζωή δρόμος φωτεινός
Πάρε μ’αγκαλιά, βάλε στις νύκτες πυρκαγιά
Περνάω μες τον καπνό, το πρόσωπό σου για να δω
Η νύχτα ζητά, τα βήματά μας τα γοργά
Τρελός χορός, σε ρυθμούς του ροκ εν ρολ
Αφιερωμένο στην Αυγή. Θυμόμασταν στιγμές με το Μιχάλη... Αυγή δεν γράφω αριστουργήματα σαν εκείνον αλλά προσπαθώ!
Ήταν ένας κιθαρίστας...
Posted by
Ginny
at
3/11/2010 11:26:00 PM
«Δεν περνάς κυρά Μαρία, δεν περνάς, δεν περνάς…»
Τι όμορφη η αίσθηση του να είσαι παιδί! Δεν υπάρχει καλύτερη ηλικία από την παιδική. Όλα μοιάζουν τόσο όμορφα και τόσο αθώα. Η ζωή είναι παιχνίδι και το μαθαίνουμε παίζοντας, τραγουδώντας, πέφτοντας. Τα πάντα είναι τόσο ρόδινα όταν είσαι παιδί. Δε σε απασχολεί το καυσαέριο, η οικονομική κρίση, ο πόλεμος στο Ιράκ, η Τζούλια, οι διαφημίσεις, ποιος είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Ignorance is bliss!
Όταν είσαι παιδί, και κανείς δεν σου έχει κάνει ακόμα πλύση εγκεφάλου, η φαντασία και η σκέψη σου δεν έχουν φραγμούς. Δε γνωρίζεις τι είναι ο θάνατος ή το λάθος. Τις περισσότερες φορές δεν χρειάζεται καν να δικαιολογήσεις τη σκανταλιά που έκανες. Ακόμη και αυτή η σκανταλιά είναι αθώα.
Σαν παιδιά παίζαμε στις λάσπες. Μας ενθουσίαζε η κάθε βόλτα που πηγαίναμε, είτε ήταν στην παιδική χαρά, είτε μία βόλτα στο τετράγωνο. Είναι ωραίο να έχεις την ικανότητα να ενθουσιάζεσαι με τα πιο απλά πράγματα. Είναι αλήθεια υπέροχο. Ως μεγάλοι έχουμε πλέον μάθει να αγνοούμε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Γινόμαστε μεταλλικά ρομπότ και ακολουθούμε ρουτίνα και κανόνες. Μπορεί να γίνει πυρηνική έκρηξη και να μην το αντιληφθούμε. Τίποτα πλέον δε μας συναρπάζει, τίποτα δε μας εξιτάρει. Αδιαφορούμε και απαξιώνουμε τα πάντα. Ενώ όταν είσαι παιδί γελάς με εικόνες, με λέξεις, με ένα χαμόγελο.
Δεν είναι περίεργο που ο άνθρωπος αναισθητοποιείται όσο μεγαλώνει; Μικροί όλοι τραγουδούσαμε, χορεύαμε, παίζαμε χωρίς να μας ενδιαφέρει τι θα πει η ομήγυρη. Τόσα μαγικά τραγουδάκια που τραγουδούσαμε μικροί. Ήταν θυμάμαι μία πιπεριά μου μας έκοψε το χέρι, μία βαρκούλα που έβγαινε στο γιαλό κι ένα λαμπρό φεγγαράκι. Παίζαμε «περνά, περνά η μέλισσα» και «πινακοτή». Χαρά μας κατέκλυζε ακόμη και για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Τώρα δεν ενδιαφερόμαστε. Ξυπνάμε, τρώμε, δουλεύουμε, κοιμόμαστε. Τίποτα δε μας συγκινεί, τίποτα δε μας ενθουσιάζει. Παραπονιόμαστε ότι έχουμε κολλήσει σε μία αφόρητη ρουτίνα, όμως αγνοούμε πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν άλλο χρώμα στη μέρα μας. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί να ξετρυπώσουμε το παιδί μέσα μας. Όλοι καταβάθος είμαστε αιώνια παιδιά. Ας βρούμε λοιπόν το κομμάτι της παιδικότητάς που χάσαμε ή ξεχάσαμε ή αποφασίσουμε να αγνοήσουμε. Αν γινόμασταν πάλι παιδιά ο κόσμος θα ήταν πιο ευτυχισμένος.
Δε μεγαλώνω λοιπόν. Αν πρόκειται μεγαλώνοντας να χάσω την ικανότητα της χαράς, αν θέλετε της «χαζοχαρουμενιάς», τότε προτιμώ να παραμείνω παιδί. Διότι σαν παιδί βλέπω τον κόσμο με αισιοδοξία και ελπίδα.
Προχωρώ λοιπόν σαν παιδί και στο δρόμο σιγοτραγουδώ για έναν κιθαρίστα…
«Ήτανε ένας κιθαρίστας
Μεγάλος και τρανός αρτίστας
Λέξη δεν ξέρουμε γι αυτόν
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Κι έκανε ένα ταξιδάκι
Κι έβαλε μες το βαλιτσάκι
Δυο ζεύγη κάλτσες δυο κασκόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Κι έβαλε πλώρη στην Αγγλία
Μα η μεγάλη τρικυμία
Τον έριξε εις το Κονγκό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Και η βασίλισσα η Αγγλία
Καθότανε στην παραλία
Κρατούσε ένα παρασόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Έλα εδώ παιδί λευκό
Στη σούβλα να σε φάω ψητό
Με σκόρδα και μαϊντανό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Στη δύσκολη αυτή στιγμή
αρχίζει ο νιος τη μουσική
Τόσο της άρεσε αυτό
Του λέει θα σε παντρευτώ
Η ιστορία μας αυτή
Μας λέει πως η μουσική
Κάνει το σκλάβο βασιλιά
Ντο σι λα σολ φα μι ρε λα»
Αφιερωμένο στα παντοτινά παιδιά αυτού του κόσμου!
Τι όμορφη η αίσθηση του να είσαι παιδί! Δεν υπάρχει καλύτερη ηλικία από την παιδική. Όλα μοιάζουν τόσο όμορφα και τόσο αθώα. Η ζωή είναι παιχνίδι και το μαθαίνουμε παίζοντας, τραγουδώντας, πέφτοντας. Τα πάντα είναι τόσο ρόδινα όταν είσαι παιδί. Δε σε απασχολεί το καυσαέριο, η οικονομική κρίση, ο πόλεμος στο Ιράκ, η Τζούλια, οι διαφημίσεις, ποιος είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Ignorance is bliss!
Όταν είσαι παιδί, και κανείς δεν σου έχει κάνει ακόμα πλύση εγκεφάλου, η φαντασία και η σκέψη σου δεν έχουν φραγμούς. Δε γνωρίζεις τι είναι ο θάνατος ή το λάθος. Τις περισσότερες φορές δεν χρειάζεται καν να δικαιολογήσεις τη σκανταλιά που έκανες. Ακόμη και αυτή η σκανταλιά είναι αθώα.
Σαν παιδιά παίζαμε στις λάσπες. Μας ενθουσίαζε η κάθε βόλτα που πηγαίναμε, είτε ήταν στην παιδική χαρά, είτε μία βόλτα στο τετράγωνο. Είναι ωραίο να έχεις την ικανότητα να ενθουσιάζεσαι με τα πιο απλά πράγματα. Είναι αλήθεια υπέροχο. Ως μεγάλοι έχουμε πλέον μάθει να αγνοούμε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Γινόμαστε μεταλλικά ρομπότ και ακολουθούμε ρουτίνα και κανόνες. Μπορεί να γίνει πυρηνική έκρηξη και να μην το αντιληφθούμε. Τίποτα πλέον δε μας συναρπάζει, τίποτα δε μας εξιτάρει. Αδιαφορούμε και απαξιώνουμε τα πάντα. Ενώ όταν είσαι παιδί γελάς με εικόνες, με λέξεις, με ένα χαμόγελο.
Δεν είναι περίεργο που ο άνθρωπος αναισθητοποιείται όσο μεγαλώνει; Μικροί όλοι τραγουδούσαμε, χορεύαμε, παίζαμε χωρίς να μας ενδιαφέρει τι θα πει η ομήγυρη. Τόσα μαγικά τραγουδάκια που τραγουδούσαμε μικροί. Ήταν θυμάμαι μία πιπεριά μου μας έκοψε το χέρι, μία βαρκούλα που έβγαινε στο γιαλό κι ένα λαμπρό φεγγαράκι. Παίζαμε «περνά, περνά η μέλισσα» και «πινακοτή». Χαρά μας κατέκλυζε ακόμη και για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Τώρα δεν ενδιαφερόμαστε. Ξυπνάμε, τρώμε, δουλεύουμε, κοιμόμαστε. Τίποτα δε μας συγκινεί, τίποτα δε μας ενθουσιάζει. Παραπονιόμαστε ότι έχουμε κολλήσει σε μία αφόρητη ρουτίνα, όμως αγνοούμε πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν άλλο χρώμα στη μέρα μας. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί να ξετρυπώσουμε το παιδί μέσα μας. Όλοι καταβάθος είμαστε αιώνια παιδιά. Ας βρούμε λοιπόν το κομμάτι της παιδικότητάς που χάσαμε ή ξεχάσαμε ή αποφασίσουμε να αγνοήσουμε. Αν γινόμασταν πάλι παιδιά ο κόσμος θα ήταν πιο ευτυχισμένος.
Δε μεγαλώνω λοιπόν. Αν πρόκειται μεγαλώνοντας να χάσω την ικανότητα της χαράς, αν θέλετε της «χαζοχαρουμενιάς», τότε προτιμώ να παραμείνω παιδί. Διότι σαν παιδί βλέπω τον κόσμο με αισιοδοξία και ελπίδα.
Προχωρώ λοιπόν σαν παιδί και στο δρόμο σιγοτραγουδώ για έναν κιθαρίστα…
«Ήτανε ένας κιθαρίστας
Μεγάλος και τρανός αρτίστας
Λέξη δεν ξέρουμε γι αυτόν
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Κι έκανε ένα ταξιδάκι
Κι έβαλε μες το βαλιτσάκι
Δυο ζεύγη κάλτσες δυο κασκόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Κι έβαλε πλώρη στην Αγγλία
Μα η μεγάλη τρικυμία
Τον έριξε εις το Κονγκό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Και η βασίλισσα η Αγγλία
Καθότανε στην παραλία
Κρατούσε ένα παρασόλ
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Έλα εδώ παιδί λευκό
Στη σούβλα να σε φάω ψητό
Με σκόρδα και μαϊντανό
Ντο σι λα σολ φα μι ρε ντο
Στη δύσκολη αυτή στιγμή
αρχίζει ο νιος τη μουσική
Τόσο της άρεσε αυτό
Του λέει θα σε παντρευτώ
Η ιστορία μας αυτή
Μας λέει πως η μουσική
Κάνει το σκλάβο βασιλιά
Ντο σι λα σολ φα μι ρε λα»
Αφιερωμένο στα παντοτινά παιδιά αυτού του κόσμου!
Έμεινα εδώ...
Posted by
Ginny
at
3/02/2010 07:37:00 PM
Γυάλινα δάκρυα είχαν γεμίσει τα κεχριμπαρένια μάτια σου, τόσο όμορφα ακόμα και στενοχωρημένα. Με κοιτούσαν παραπονιάρικα και απογοητευμένα. Αυτά τα μάτια, τα τόσο μαγικά και χρυσαφένια, τώρα ήταν κόκκινα και θλιμμένα. Δε με είχαν ξανακοιτάξει έτσι.Δειλά αλλά αποφασιστικά άγγιξες το χέρι μου και το κράτησες σφιχτά.
-Μη φύγεις, μου είπες με σπασμένη φωνή.
Είχα σαστίσει. Δε σε είχα ξαναδεί έτσι. Δε με είχες ξανακοιτάξει έτσι. Δε με είχες ξαναγγίξει έτσι. Το γλυκό προσωπάκι σου, πάντα γεμάτο χαρά και κέφι, τώρα ήταν κόκκινο κι αναστατωμένο. Καθώς μιλούσες τα δάκρυα εγκατέλειπαν τα μάτια κι έτρεχαν αργά στα μάγουλά σου.
-Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Σε χρειάζομαι. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό.
-Μα..
-Άφησε με να τελειώσω, σε παρακαλώ.
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Είχα αφοπλιστεί από το βλέμμα σου. Μπορεί οι απρόσμενες αυτές λέξεις να έβγαιναν από τα χείλη σου αλλά τα μάτια σου ήταν που μιλούσαν. Με στενοχωρούσε να τα βλέπω έτσι.
-Ξέρω ότι είπα πολλά πράγματα, έλεγες με τρεμάμενη φωνή, αλλά δεν τα εννοούσα. Πρέπει να ξέρεις ότι δε τα εννοούσα.
Εδώ έκανες μία μικρή παύση, αλλά συνέχισες να με κοιτάς. Η φωνή σου ακουγόταν διαφορετική. Ίσως επειδή δεν την είχα ξανακούσει έτσι.
-Μη φύγεις. Ό,τι κι αν είπα ό,τι κι αν έκανα δε σήμαινε ότι δε σε θέλω κοντά μου. Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να σου ζητάω κάτι τέτοιο, αλλά… Δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς εσένα. Ποιος θα είναι το καθημερινό στήριγμα μου; Ποιος θα είναι εκεί ακόμη κι όταν εγώ δεν τον χρειάζομαι; Ποιος θα μου λέει καλημέρα απλά για να χαμογελάσω;
Τα μάτια σου τώρα ξεχείλισαν και το κλάμα γινόταν όλο και πιο φανερό.
-Συγγνώμη που νόμιζες ότι αδιαφορώ, ό,τι δε σε θέλω δίπλα μου. Συγγνώμη…Μη φύγεις…
Οι λέξεις χάθηκαν μέσα στα δάκρυά σου.
Τότε εγώ χαμογέλασα. Δεν ειρωνευόμουν, ούτε γελούσα, ούτε χαιρόμουν. Έφερα την παλάμη μου στο μάγουλό σου και σκούπισα τα δάκρυα που το μούσκευαν. Εκείνα όμως συνέχισαν να κυλούν καθώς με κοιτούσες μην έχοντας κάτι άλλο να πεις. Τότε εγώ χαμογέλασα, όπως χαμογελάει η μητέρα στο παιδί της που έκανε μία αταξία κι έπειτα έκλαιγε που το μάλωσε. Σου χαμογέλασα με όση στοργή κι αγάπη είχα στην καρδιά μου.
-Δε θα φύγω καρδιά μου, αποκρίθηκα ήρεμα.
-Τι εννοείς; Μα εγώ νόμιζα…
-Δε θα φύγω. Δε θα έφευγα εξαρχής. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να φύγω; Να αφήσω τη ζωή μου, του φίλους, το σπίτι μου;
-Αφού μου το είπες. Το είχες αποφασίσεις…, προσπαθούσες να πεις.
-Στο είπα γιατί ήμουν εκνευρισμένη. Δεν ήθελα να σου μιλήσω. Ένιωθα πληγωμένη. Όμως πώς γίνεται να φύγω; Πώς γίνεται να σε αφήσω μόνο σου, να σε αποχωριστώ; Πώς γίνεται να μην ξαναδώ αυτά τα υπέροχα μάτια να χαμογελούν; Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν ειπωθεί, εγώ θα μείνω για πάντα εδώ. Θα είμαι πάντα δίπλα σου.
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν τα τελευταία ήταν δάκρυα χαράς ή κατάλειπα των προηγουμένων. Ορμητικά ρίχτηκες στην αγκαλιά μου σφίγγοντας με δύναμη τους ώμους μου. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση σου κρατώντας σε σφιχτά. Χάιδευες και φιλούσες απαλά τα μαλλιά μου σφίγγοντάς με όλο και περισσότερο. Τι όμορφο και γαλήνιο που ήταν το αίσθημα αυτής της αγκαλιάς.
-Εδώ θα μείνω ψυχή μου, εδώ, ψιθύρισα.
Τότε ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια μου αργά και νωχελικά. Το φαντάστηκα ότι ήταν όνειρο. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του, κατά βάθος το ήξερα. Ίσως γι αυτό ήμουν τόσο ήρεμη. Ίσως γι αυτό φερόμουν τόσο απλά. Δεν υπήρχε άγχος, δεν υπήρχε εκνευρισμός.
Τι περίεργα που είναι τα όνειρα. Ονειρευόμαστε πόθους κι επιθυμίες που είναι βαθιά θαμμένα πίσω από τις κλειστές πόρτες του υποσυνείδητού μας. Ακόμη και για όνειρο αυτό ήταν απρόσμενο. Τόσο παραστατικό, τόσο αληθινό και συνάμα τόσο ψεύτικο.
Ανοιγοκλείνω τα μάτια και χαμογελώ ασυναίσθητα. Θυμάμαι… Οι αναμνήσεις δεν είναι πλέον εχθρός. Δεν παραμονεύουν την κάθε στιγμή μου για να με χλευάσουν και να με τιμωρήσουν με την ομορφιά. Θυμάμαι και χαμογελώ.
Θυμάμαι…τις φορές που δε χόρταινες να μου μιλάς. Θυμάμαι…που χρειαζόσουν την καλημέρα μου. Θυμάμαι…που αποζητούσες το χαμόγελό μου. Θυμάμαι…που με χρειαζόσουν. Θυμάμαι…ένα βραδινό μπαλκόνι. Θυμάμαι…που πετούσαμε ψηλά. Θυμάμαι…είχες πει να είμαι καλά μόνο για σένα, για να σε κάνω ευτυχισμένο.
Έμεινα εδώ. Δεν έφυγα ακόμη κι όταν είχα την ευκαιρία. Έμεινα εδώ παρ’ όλο που όλα φαινόντουσαν μαύρα. Έμεινα εδώ κι ας προέβλεπε καταιγίδες το μετεωρολογικό δελτίο. Ήρθαν, κι όμως έμεινα εδώ. Έμεινα εδώ επειδή για κάποιο άγνωστο λόγο πιστεύω σε εσένα. Έμεινα εδώ. Απλά για να είμαι εδώ όταν με χρειαστείς. Ίσως είμαι ανόητη, ίσως… Προσπάθησα να φύγω αλλά δεν τα κατάφερα. Έμεινα εδώ για ό,τι κι αν συμβεί, για ό,τι κι αν λεχθεί. Έμεινα εδώ ακόμη κι αν το όνειρο μείνει όνειρο. Έμεινα και θα μείνω για πάντα εδώ.
Θυμάμαι και χαμογελώ. Ξύπνησα όμορφα σήμερα. Αναμνήσεις και όνειρο χορεύουν με το πρωινό κελάηδημα των πουλιών. Σηκώνομαι και ανοίγω τα παντζούρια με το καθιερωμένο πρωινό μου κέφι. Ο ουρανός είναι γαλανός και ο ήλιος με καλημερίζει με τις φωτεινές ακτίνες του. Θα είναι μία όμορφη μέρα.
Αφιερωμένο στον αδερφό μου. Για μένα αυτός θα είσαι πάντα. Ό,τι δυσκολία κι αν συναντήσουμε, ό,τι κι αν πούμε ο ένας στον άλλο. Ακόμη κι αν δεν ξαναμιλήσουμε ποτέ για μένα θα είσαι πάντα ο αδερφός μου.
-Μη φύγεις, μου είπες με σπασμένη φωνή.
Είχα σαστίσει. Δε σε είχα ξαναδεί έτσι. Δε με είχες ξανακοιτάξει έτσι. Δε με είχες ξαναγγίξει έτσι. Το γλυκό προσωπάκι σου, πάντα γεμάτο χαρά και κέφι, τώρα ήταν κόκκινο κι αναστατωμένο. Καθώς μιλούσες τα δάκρυα εγκατέλειπαν τα μάτια κι έτρεχαν αργά στα μάγουλά σου.
-Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Σε χρειάζομαι. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό.
-Μα..
-Άφησε με να τελειώσω, σε παρακαλώ.
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Είχα αφοπλιστεί από το βλέμμα σου. Μπορεί οι απρόσμενες αυτές λέξεις να έβγαιναν από τα χείλη σου αλλά τα μάτια σου ήταν που μιλούσαν. Με στενοχωρούσε να τα βλέπω έτσι.
-Ξέρω ότι είπα πολλά πράγματα, έλεγες με τρεμάμενη φωνή, αλλά δεν τα εννοούσα. Πρέπει να ξέρεις ότι δε τα εννοούσα.
Εδώ έκανες μία μικρή παύση, αλλά συνέχισες να με κοιτάς. Η φωνή σου ακουγόταν διαφορετική. Ίσως επειδή δεν την είχα ξανακούσει έτσι.
-Μη φύγεις. Ό,τι κι αν είπα ό,τι κι αν έκανα δε σήμαινε ότι δε σε θέλω κοντά μου. Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να σου ζητάω κάτι τέτοιο, αλλά… Δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς εσένα. Ποιος θα είναι το καθημερινό στήριγμα μου; Ποιος θα είναι εκεί ακόμη κι όταν εγώ δεν τον χρειάζομαι; Ποιος θα μου λέει καλημέρα απλά για να χαμογελάσω;
Τα μάτια σου τώρα ξεχείλισαν και το κλάμα γινόταν όλο και πιο φανερό.
-Συγγνώμη που νόμιζες ότι αδιαφορώ, ό,τι δε σε θέλω δίπλα μου. Συγγνώμη…Μη φύγεις…
Οι λέξεις χάθηκαν μέσα στα δάκρυά σου.
Τότε εγώ χαμογέλασα. Δεν ειρωνευόμουν, ούτε γελούσα, ούτε χαιρόμουν. Έφερα την παλάμη μου στο μάγουλό σου και σκούπισα τα δάκρυα που το μούσκευαν. Εκείνα όμως συνέχισαν να κυλούν καθώς με κοιτούσες μην έχοντας κάτι άλλο να πεις. Τότε εγώ χαμογέλασα, όπως χαμογελάει η μητέρα στο παιδί της που έκανε μία αταξία κι έπειτα έκλαιγε που το μάλωσε. Σου χαμογέλασα με όση στοργή κι αγάπη είχα στην καρδιά μου.
-Δε θα φύγω καρδιά μου, αποκρίθηκα ήρεμα.
-Τι εννοείς; Μα εγώ νόμιζα…
-Δε θα φύγω. Δε θα έφευγα εξαρχής. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να φύγω; Να αφήσω τη ζωή μου, του φίλους, το σπίτι μου;
-Αφού μου το είπες. Το είχες αποφασίσεις…, προσπαθούσες να πεις.
-Στο είπα γιατί ήμουν εκνευρισμένη. Δεν ήθελα να σου μιλήσω. Ένιωθα πληγωμένη. Όμως πώς γίνεται να φύγω; Πώς γίνεται να σε αφήσω μόνο σου, να σε αποχωριστώ; Πώς γίνεται να μην ξαναδώ αυτά τα υπέροχα μάτια να χαμογελούν; Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν ειπωθεί, εγώ θα μείνω για πάντα εδώ. Θα είμαι πάντα δίπλα σου.
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν τα τελευταία ήταν δάκρυα χαράς ή κατάλειπα των προηγουμένων. Ορμητικά ρίχτηκες στην αγκαλιά μου σφίγγοντας με δύναμη τους ώμους μου. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση σου κρατώντας σε σφιχτά. Χάιδευες και φιλούσες απαλά τα μαλλιά μου σφίγγοντάς με όλο και περισσότερο. Τι όμορφο και γαλήνιο που ήταν το αίσθημα αυτής της αγκαλιάς.
-Εδώ θα μείνω ψυχή μου, εδώ, ψιθύρισα.
Τότε ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια μου αργά και νωχελικά. Το φαντάστηκα ότι ήταν όνειρο. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του, κατά βάθος το ήξερα. Ίσως γι αυτό ήμουν τόσο ήρεμη. Ίσως γι αυτό φερόμουν τόσο απλά. Δεν υπήρχε άγχος, δεν υπήρχε εκνευρισμός.
Τι περίεργα που είναι τα όνειρα. Ονειρευόμαστε πόθους κι επιθυμίες που είναι βαθιά θαμμένα πίσω από τις κλειστές πόρτες του υποσυνείδητού μας. Ακόμη και για όνειρο αυτό ήταν απρόσμενο. Τόσο παραστατικό, τόσο αληθινό και συνάμα τόσο ψεύτικο.
Ανοιγοκλείνω τα μάτια και χαμογελώ ασυναίσθητα. Θυμάμαι… Οι αναμνήσεις δεν είναι πλέον εχθρός. Δεν παραμονεύουν την κάθε στιγμή μου για να με χλευάσουν και να με τιμωρήσουν με την ομορφιά. Θυμάμαι και χαμογελώ.
Θυμάμαι…τις φορές που δε χόρταινες να μου μιλάς. Θυμάμαι…που χρειαζόσουν την καλημέρα μου. Θυμάμαι…που αποζητούσες το χαμόγελό μου. Θυμάμαι…που με χρειαζόσουν. Θυμάμαι…ένα βραδινό μπαλκόνι. Θυμάμαι…που πετούσαμε ψηλά. Θυμάμαι…είχες πει να είμαι καλά μόνο για σένα, για να σε κάνω ευτυχισμένο.
Έμεινα εδώ. Δεν έφυγα ακόμη κι όταν είχα την ευκαιρία. Έμεινα εδώ παρ’ όλο που όλα φαινόντουσαν μαύρα. Έμεινα εδώ κι ας προέβλεπε καταιγίδες το μετεωρολογικό δελτίο. Ήρθαν, κι όμως έμεινα εδώ. Έμεινα εδώ επειδή για κάποιο άγνωστο λόγο πιστεύω σε εσένα. Έμεινα εδώ. Απλά για να είμαι εδώ όταν με χρειαστείς. Ίσως είμαι ανόητη, ίσως… Προσπάθησα να φύγω αλλά δεν τα κατάφερα. Έμεινα εδώ για ό,τι κι αν συμβεί, για ό,τι κι αν λεχθεί. Έμεινα εδώ ακόμη κι αν το όνειρο μείνει όνειρο. Έμεινα και θα μείνω για πάντα εδώ.
Θυμάμαι και χαμογελώ. Ξύπνησα όμορφα σήμερα. Αναμνήσεις και όνειρο χορεύουν με το πρωινό κελάηδημα των πουλιών. Σηκώνομαι και ανοίγω τα παντζούρια με το καθιερωμένο πρωινό μου κέφι. Ο ουρανός είναι γαλανός και ο ήλιος με καλημερίζει με τις φωτεινές ακτίνες του. Θα είναι μία όμορφη μέρα.
Αφιερωμένο στον αδερφό μου. Για μένα αυτός θα είσαι πάντα. Ό,τι δυσκολία κι αν συναντήσουμε, ό,τι κι αν πούμε ο ένας στον άλλο. Ακόμη κι αν δεν ξαναμιλήσουμε ποτέ για μένα θα είσαι πάντα ο αδερφός μου.
Looking through your eyes
Posted by
Ginny
at
2/15/2010 02:15:00 AM
Το αεράκι της χάιδεψε το χέρι για άλλη μία φορά. Δεν κρύωνε. Η νύχτα, όπως και η μέρα, ήταν ζεστή. Η βαμβακερή ζακέτα της ήταν αρκετή για να την προστατέψει από το δειλό αεράκι. Όμως η Μελίνα δεν το φοβόταν το αεράκι, ούτε το απωθούσε. Για την ακρίβεια, αγαπούσε το απαλό του χάδι και τη μοναδική αίσθηση συντροφιάς που το ακολουθούσε.
Ακουμπισμένη στη γέφυρα, με το κεφάλι στραμμένο στον έναστρο ουρανό, μύριζε την αλμύρα της θάλασσας και χανόταν στο ρυθμό των βραδινών κυματισμών της. Τέτοια βράδια αυτή ήταν η αγαπημένη της συνήθεια. Η γαλήνη και η ηρεμία του χωριού απορροφούσαν όλες τις αισθήσεις. Έτσι, δεν κατάλαβε το πρόσωπο που την πλησίασε.
Ο Ορέστης στάθηκε μόλις λίγα εκατοστά μακριά της χωρίς να μπορεί να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Ήταν ανέφικτο να σχηματίσει τη σωστή φράση στο μυαλό του, όσο κι αν προσπαθούσε. Ευτυχώς η Μελίνα αποφάσισε να τον βγάλει από την αμήχανη σιωπή.
-Το ξέρω ότι είσαι εδώ, του είπε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
Ο Ορέστης βρήκε επιτέλους τη μιλιά του. Ακούμπησε δίπλα της στη γέφυρα και άρχισε να της μιλάει. Οι λέξεις έρεαν γρήγορα και αβίαστα από το στόμα του. Θα έλεγε κανείς ότι η φωνή της συμπλήρωσε το κενό στις σκέψεις του.
-Μελίνα, σε παρακαλώ, μην το κάνεις. Είναι πολύ επικίνδυνο και καθόλου απαραίτητο. Η επιτυχία της επέμβασης είναι μόλις δέκα τις εκατό, ενώ η αποτυχία της είναι σίγουρη.
Ένιωθε ότι δεν μπορούσε να της πει αρκετά πράγματα. Είχε τόσο λίγο χρόνο. Εκείνη δεν είχε γυρίσει προς το μέρος του. Το βλέμμα της τώρα κοιτούσε ευθεία προς το φάρο.
Χωρίς να ζητήσει την άδεια της, την άδραξε από τους ώμους και την τράβηξε κάνοντάς τη να γυρίσει προς το μέρος του. Κοίταξε απευθείας στα γαλάζια ανέκφραστα μάτια της. Όπως πάντα του ήταν αδύνατο να διακρίνει οποιοδήποτε συναίσθημα μέσα από αυτά. Ατελείωτες όμως οι ώρες που θα μπορούσε να χάνεται στα κύματά τους.
-Με ακούς; Σε παρακαλώ πρόσεξέ με για μία φορά. Δε σου επιβάλλομαι, σε εκλιπαρώ! Δεν…δεν αντέχω να σε χάσω, της είπε και η απελπισία ακουγόταν πλέον στη φωνή του.
Τότε, η Μέλινα χαμογέλασε. Με τα ακροδάχτυλά της παραμέρισε μία μελαχρινή τούφα από το πρόσωπό του. Έτσι απλά, σαν να ήταν ό,τι πιο φυσικό, διάλυσε την ελάχιστη απόσταση που χώριζε τα πρόσωπά τους και άγγιξε απαλά τα χείλη του για πρώτη φορά. Ο Ορέστης ήταν άκαμπτος λες και οι μύες του είχαν πετρώσει. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Το ευχόταν και το φανταζόταν εδώ και πολύ καιρό αλλά δεν το περίμενε.
Τα λίγα δευτερόλεπτα που του χάρισε αυτή η αναπάντεχη κίνηση, ένιωσε τα ζεστά της χείλη που τόσο καιρό ποθούσε. Όσο απρόσμενα τον φίλησε, τόσο αναπάντεχα τον άφησε.
-Μελίνα…τι…, προσπάθησε να αρθρώσει.
-Δεν θα κάνω την εγχείρηση Ορέστη, του είπε.
-Όχι; Μα είπες…
-Είχα θυμώσει με τη συμπεριφορά σου. Δε σκόπευα ποτέ να την κάνω. Απλά ήθελα να δω την αντίδραση σου.
-Μα εγώ νόμιζα ότι ήθελες να βρεις το φως σου, παρατήρησε μελαγχολικά.
Γι άλλη μία φορά στα χείλη της Μελίνας εμφανίστηκε εκείνο το ονειροπόλο χαμόγελο. Τα μάτια της ήταν επτασφράγιστο μυστικό, όμως τα χείλη της ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο, τουλάχιστον σε εκείνον. Με μία απαλή κίνηση εναπόθεσε το χέρι της στο μάγουλό του.
-Δεν χρειάζομαι το φως Ορέστη, το έχω ήδη. Από τη μέρα που σε γνώρισα βλέπω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια. Έναν τόσο όμορφο και λαμπερό κόσμο. Δεν είμαι πια τυφλή, δεν νιώθω πια χαμένη. Με κάνεις να βλέπω τα αστέρια τις πιο σκοτεινές μέρες. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Έτσι σε ερωτεύτηκα, βλέποντας μέσα από τα μάτια σου.
Ο Ορέστης κατέβασε τα χέρια του από τους ώμους της και την έσφιξε στην αγκαλιά του, τόσο σφιχτά σαν να εξαρτιόταν η ύπαρξη του από το άγγιγμα της. Δάκρια κυλούσαν στα μάγουλά του. Μη θέλοντας να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο της ψιθύρισε στο αυτί:
- Σ’ αγαπώ Μελίνα. Είσαι η ηλιαχτίδα μου. Εσύ είσαι αυτή που με έβγαλε από το σκοτάδι. Εγώ ήμουν ο τυφλός Μελίνα, εγώ..
-Κι εγώ σ’ αγαπώ, του σιγοψιθύρισε.
Κι εκεί, δίπλα στην ακροθαλασσιά υπό το φως των αστεριών, καθώς το νερό φιλούσε την μικρή αμμουδιά του Αυλαίμωνα, έδωσαν το πρώτο τους φιλί και οι καρδιές τους έγιναν μία. Το φως είχε βρεθεί και τα άστρα φώτιζαν πάνω στη λεία επιφάνεια της θάλασσας το μονοπάτι της αγάπης τους.
(Αφιερωμένο στην ίδια την αγάπη που υπερβαίνει τα όρια του ορατού και του αοράτου!)
Ακουμπισμένη στη γέφυρα, με το κεφάλι στραμμένο στον έναστρο ουρανό, μύριζε την αλμύρα της θάλασσας και χανόταν στο ρυθμό των βραδινών κυματισμών της. Τέτοια βράδια αυτή ήταν η αγαπημένη της συνήθεια. Η γαλήνη και η ηρεμία του χωριού απορροφούσαν όλες τις αισθήσεις. Έτσι, δεν κατάλαβε το πρόσωπο που την πλησίασε.
Ο Ορέστης στάθηκε μόλις λίγα εκατοστά μακριά της χωρίς να μπορεί να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Ήταν ανέφικτο να σχηματίσει τη σωστή φράση στο μυαλό του, όσο κι αν προσπαθούσε. Ευτυχώς η Μελίνα αποφάσισε να τον βγάλει από την αμήχανη σιωπή.
-Το ξέρω ότι είσαι εδώ, του είπε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
Ο Ορέστης βρήκε επιτέλους τη μιλιά του. Ακούμπησε δίπλα της στη γέφυρα και άρχισε να της μιλάει. Οι λέξεις έρεαν γρήγορα και αβίαστα από το στόμα του. Θα έλεγε κανείς ότι η φωνή της συμπλήρωσε το κενό στις σκέψεις του.
-Μελίνα, σε παρακαλώ, μην το κάνεις. Είναι πολύ επικίνδυνο και καθόλου απαραίτητο. Η επιτυχία της επέμβασης είναι μόλις δέκα τις εκατό, ενώ η αποτυχία της είναι σίγουρη.
Ένιωθε ότι δεν μπορούσε να της πει αρκετά πράγματα. Είχε τόσο λίγο χρόνο. Εκείνη δεν είχε γυρίσει προς το μέρος του. Το βλέμμα της τώρα κοιτούσε ευθεία προς το φάρο.
Χωρίς να ζητήσει την άδεια της, την άδραξε από τους ώμους και την τράβηξε κάνοντάς τη να γυρίσει προς το μέρος του. Κοίταξε απευθείας στα γαλάζια ανέκφραστα μάτια της. Όπως πάντα του ήταν αδύνατο να διακρίνει οποιοδήποτε συναίσθημα μέσα από αυτά. Ατελείωτες όμως οι ώρες που θα μπορούσε να χάνεται στα κύματά τους.
-Με ακούς; Σε παρακαλώ πρόσεξέ με για μία φορά. Δε σου επιβάλλομαι, σε εκλιπαρώ! Δεν…δεν αντέχω να σε χάσω, της είπε και η απελπισία ακουγόταν πλέον στη φωνή του.
Τότε, η Μέλινα χαμογέλασε. Με τα ακροδάχτυλά της παραμέρισε μία μελαχρινή τούφα από το πρόσωπό του. Έτσι απλά, σαν να ήταν ό,τι πιο φυσικό, διάλυσε την ελάχιστη απόσταση που χώριζε τα πρόσωπά τους και άγγιξε απαλά τα χείλη του για πρώτη φορά. Ο Ορέστης ήταν άκαμπτος λες και οι μύες του είχαν πετρώσει. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Το ευχόταν και το φανταζόταν εδώ και πολύ καιρό αλλά δεν το περίμενε.
Τα λίγα δευτερόλεπτα που του χάρισε αυτή η αναπάντεχη κίνηση, ένιωσε τα ζεστά της χείλη που τόσο καιρό ποθούσε. Όσο απρόσμενα τον φίλησε, τόσο αναπάντεχα τον άφησε.
-Μελίνα…τι…, προσπάθησε να αρθρώσει.
-Δεν θα κάνω την εγχείρηση Ορέστη, του είπε.
-Όχι; Μα είπες…
-Είχα θυμώσει με τη συμπεριφορά σου. Δε σκόπευα ποτέ να την κάνω. Απλά ήθελα να δω την αντίδραση σου.
-Μα εγώ νόμιζα ότι ήθελες να βρεις το φως σου, παρατήρησε μελαγχολικά.
Γι άλλη μία φορά στα χείλη της Μελίνας εμφανίστηκε εκείνο το ονειροπόλο χαμόγελο. Τα μάτια της ήταν επτασφράγιστο μυστικό, όμως τα χείλη της ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο, τουλάχιστον σε εκείνον. Με μία απαλή κίνηση εναπόθεσε το χέρι της στο μάγουλό του.
-Δεν χρειάζομαι το φως Ορέστη, το έχω ήδη. Από τη μέρα που σε γνώρισα βλέπω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια. Έναν τόσο όμορφο και λαμπερό κόσμο. Δεν είμαι πια τυφλή, δεν νιώθω πια χαμένη. Με κάνεις να βλέπω τα αστέρια τις πιο σκοτεινές μέρες. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Έτσι σε ερωτεύτηκα, βλέποντας μέσα από τα μάτια σου.
Ο Ορέστης κατέβασε τα χέρια του από τους ώμους της και την έσφιξε στην αγκαλιά του, τόσο σφιχτά σαν να εξαρτιόταν η ύπαρξη του από το άγγιγμα της. Δάκρια κυλούσαν στα μάγουλά του. Μη θέλοντας να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο της ψιθύρισε στο αυτί:
- Σ’ αγαπώ Μελίνα. Είσαι η ηλιαχτίδα μου. Εσύ είσαι αυτή που με έβγαλε από το σκοτάδι. Εγώ ήμουν ο τυφλός Μελίνα, εγώ..
-Κι εγώ σ’ αγαπώ, του σιγοψιθύρισε.
Κι εκεί, δίπλα στην ακροθαλασσιά υπό το φως των αστεριών, καθώς το νερό φιλούσε την μικρή αμμουδιά του Αυλαίμωνα, έδωσαν το πρώτο τους φιλί και οι καρδιές τους έγιναν μία. Το φως είχε βρεθεί και τα άστρα φώτιζαν πάνω στη λεία επιφάνεια της θάλασσας το μονοπάτι της αγάπης τους.
(Αφιερωμένο στην ίδια την αγάπη που υπερβαίνει τα όρια του ορατού και του αοράτου!)
Zάχαρη
Posted by
Ginny
at
2/11/2010 10:39:00 PM
Η ζωή είναι σαν μία κουταλιά ζάχαρη. Αν η κουταλιά είναι της σούπας, τρως, τρως και δεν μπορείς να σταματήσεις. Στο τέλος απλά θέλεις κι άλλο. Κάποια στιγμή θα ανέβεις στη ζυγαριά και δε θα ξαναγγίξεις την εύγευστη αυτή σκόνη. Αν χρησιμοποιήσεις κουταλάκι του γλυκού η ποσότητα είναι λίγη, όμως σου αφήνει μία ιδιαίτερα γλυκιά γεύση στο τσάι χωρίς να έχεις τύψεις κι ενοχές. Δεν ξέρω για εσάς, εγώ πάντως βάζω ζαχαρίνη στο τσάι μου! Εντάξει βάζω δύο(τρεις) κουταλιές ζάχαρη. Πίνω βέβαια οχτώ ποτήρια τσάι την ημέρα. Πού προσπαθώ να καταλήξω; Προφανώς πουθενά. Απλά η μέρα κυλλά όμορφα όταν περνάς καλά, αλλά με αργούς ρυθμούς. Η ζωή είναι γλυκιά όταν δεν υπερβάλλουμε και δεν είμαστε άπληστοι. «Μέτρον άριστον», όπως με διόρθωσε μία αγαπητή καθηγήτρια και φίλη. Το κουτάλι της σούπας είναι στο πλυντήριο; Χρησιμοποίησε ένα του γλυκού, δεν θα πάθεις υπογλυκαιμία. Αν είναι και αυτά για πλύσιμο πιες μία φορά το τσάι σου χωρίς ζάχαρη, δεν πειράζει, αυτά έχει η ζωή. Έτσι είναι τα πράγματα. Μπορεί να πονάς και να πικραίνεσαι αλλά δεν πρέπει να το βάζεις κάτω. Θα πας το απόγευμα στο σούπερ μάρκετ να πάρεις κι άλλη ζάχαρη. Κάποιες φορές νιώθεις αδικημένος, αναρωτιέσαι «Γιατί σε ‘μένα;». Όλοι είχαμε, έχουμε και θα έχουμε άσχημες ώρες, μέρες, μήνες, χρόνους δυστυχίας. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι αν δεν το βάλλουμε κάτω, αφήσουμε τις τεμπελιές και βάλουμε μπρος το πλυντήριο, τα κουτάλια τελικά θα πλυθούν. Πάντως δεν πρόκειται να το κάνουν μόνα τους. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει!» Δεν ξέρω τι έπαθα σήμερα με τους αρχαίους, αλλά ας το παραδεχτούμε, είχαν πιάσει σωστότερα το νόημα.
Ακόμη και στις πιο συννεφιασμένες μέρες υπάρχει πάντα μία αχτίδα φωτός!
Εvery day we are alive could be a miracle. Faith precedes the miracle.
(Αφιερωμένο στο 2010!)
Ακόμη και στις πιο συννεφιασμένες μέρες υπάρχει πάντα μία αχτίδα φωτός!
Εvery day we are alive could be a miracle. Faith precedes the miracle.
(Αφιερωμένο στο 2010!)
Σιωπές
Posted by
Ginny
at
1/20/2010 10:31:00 PM
Η σιωπή είναι μία περίεργη, αν μπορεί να χαρακτηριστεί, κατάσταση. Οι λέξεις είναι φυλακισμένες βαθιά μέσα σου κι όμως καταφέρνεις να πεις τόσα πολλά. Μία εικόνα, λένε, ισούται με χίλιες λέξεις. Αλήθεια είναι.
Όταν η σιωπή είναι μέσο ‘’επικοινωνίας’’ είναι αποδεκτή και περιζήτητη και από τον πομπό και από τον αποδέκτη. Κάποιες στιγμές δε χρειάζεται να μιλήσεις, θέλεις απλά να κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια. Δεν είναι απαραίτητο να τον αγγίζεις, ούτε να του μιλάς, απλά να τον κοιτάς και να σε κοιτάει. Συνεπώς, περνάς μηνύματα τρυφερότητας, κατανόησης και φιλικής διάθεσης. Τυχεροί όσοι έχουν αυτό το είδος σιωπής. Τι γίνεται όμως όταν η σιωπή που σε τυλίγει δεν είναι σιωπή αγάπης και αλληλοκατανόησης, αλλά μοναξιάς, αδιαφορίας και μελαγχολίας;
Κάποιες φορές οι λέξεις είναι απαραίτητες. Όταν παρατηρείς τον συνομιλητή σου και βλέπεις αμηχανία και τάση υποχώρησης είναι αδύνατον να σκεφτείς ένα πρόχειρο θέμα συζήτησης. Ειδικότερα, όταν ο άλλος νιώθει άβολα είναι σύνηθες να διακόπτεται η συνομιλία με έναν από τους δύο να τρέπεται σε φυγή. Έτσι, αφήνεις ένα αίσθημα άγνοιας και αδιαφορίας προς το συνομιλητή σου.
Τέλος, το χειρότερο είδος σιωπής είναι αυτό των ψεύτικων λόγων. Όταν έχεις ευχέρεια λόγου και θεμάτων, συζητώντας ευχάριστα με το συνομιλητή, ενώ στην ουσία δεν λες τίποτα. Μιλάς απλά για να πεις κάτι κρύβοντας τα πραγματικά λόγια και τις αληθινές προθέσεις σου. Είτε από φόβο, είτε από συνήθεια συντηρείς μία κατάσταση που στην ουσία είναι φενάκη. Συνήθως συνδυάζεται με τη φυγή της δεύτερης περίπτωσης. Είναι μία ιδιαιτέρως άσχημη εμπειρία.
Αναρωτιέμαι ποια από όλες τις σιωπές βιώνω. Όχι, πάλι ψέματα λέω. Ξέρω, ξέρω καλά. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν είναι δικό μου το λάθος. «Προφανώς», είναι η πιο συχνή απάντηση. Θέλω αλήθεια να ζω έτσι; Πολύ πιθανό. Η αλήθεια είναι ότι δε με ενοχλεί πλέον, παρ’ όλο που έχουν αυξηθεί οι σιωπηροί συνομιλητές. Είναι μία επώδυνη μετάβαση στη ζωή μου. Προσπαθώ να προσποιηθώ, να αδιαφορήσω, να λησμονήσω όλες τις όμορφες στιγμές που έζησα όταν δεν υπήρχε σιωπή (τουλάχιστον όχι η σιωπή νούμερο δύο ή τρία). Είναι δύσκολο. Όμως ούτε αυτή η συμπεριφορά με διευκολύνει. Παρ’ όλες τις υποκριτικές μου ικανότητες, είναι κουραστικό. Βαρέθηκα αυτήν τη σιωπή. Λέξεις, πού βρίσκεστε;
Όταν η σιωπή είναι μέσο ‘’επικοινωνίας’’ είναι αποδεκτή και περιζήτητη και από τον πομπό και από τον αποδέκτη. Κάποιες στιγμές δε χρειάζεται να μιλήσεις, θέλεις απλά να κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια. Δεν είναι απαραίτητο να τον αγγίζεις, ούτε να του μιλάς, απλά να τον κοιτάς και να σε κοιτάει. Συνεπώς, περνάς μηνύματα τρυφερότητας, κατανόησης και φιλικής διάθεσης. Τυχεροί όσοι έχουν αυτό το είδος σιωπής. Τι γίνεται όμως όταν η σιωπή που σε τυλίγει δεν είναι σιωπή αγάπης και αλληλοκατανόησης, αλλά μοναξιάς, αδιαφορίας και μελαγχολίας;
Κάποιες φορές οι λέξεις είναι απαραίτητες. Όταν παρατηρείς τον συνομιλητή σου και βλέπεις αμηχανία και τάση υποχώρησης είναι αδύνατον να σκεφτείς ένα πρόχειρο θέμα συζήτησης. Ειδικότερα, όταν ο άλλος νιώθει άβολα είναι σύνηθες να διακόπτεται η συνομιλία με έναν από τους δύο να τρέπεται σε φυγή. Έτσι, αφήνεις ένα αίσθημα άγνοιας και αδιαφορίας προς το συνομιλητή σου.
Τέλος, το χειρότερο είδος σιωπής είναι αυτό των ψεύτικων λόγων. Όταν έχεις ευχέρεια λόγου και θεμάτων, συζητώντας ευχάριστα με το συνομιλητή, ενώ στην ουσία δεν λες τίποτα. Μιλάς απλά για να πεις κάτι κρύβοντας τα πραγματικά λόγια και τις αληθινές προθέσεις σου. Είτε από φόβο, είτε από συνήθεια συντηρείς μία κατάσταση που στην ουσία είναι φενάκη. Συνήθως συνδυάζεται με τη φυγή της δεύτερης περίπτωσης. Είναι μία ιδιαιτέρως άσχημη εμπειρία.
Αναρωτιέμαι ποια από όλες τις σιωπές βιώνω. Όχι, πάλι ψέματα λέω. Ξέρω, ξέρω καλά. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν είναι δικό μου το λάθος. «Προφανώς», είναι η πιο συχνή απάντηση. Θέλω αλήθεια να ζω έτσι; Πολύ πιθανό. Η αλήθεια είναι ότι δε με ενοχλεί πλέον, παρ’ όλο που έχουν αυξηθεί οι σιωπηροί συνομιλητές. Είναι μία επώδυνη μετάβαση στη ζωή μου. Προσπαθώ να προσποιηθώ, να αδιαφορήσω, να λησμονήσω όλες τις όμορφες στιγμές που έζησα όταν δεν υπήρχε σιωπή (τουλάχιστον όχι η σιωπή νούμερο δύο ή τρία). Είναι δύσκολο. Όμως ούτε αυτή η συμπεριφορά με διευκολύνει. Παρ’ όλες τις υποκριτικές μου ικανότητες, είναι κουραστικό. Βαρέθηκα αυτήν τη σιωπή. Λέξεις, πού βρίσκεστε;
December love
Posted by
Ginny
at
1/07/2010 02:23:00 AM
Η πρώτη μου ανάρτηση για το 2010 δεν είναι σκέψεις, ούτε αισθήματα, ούτε αναμνήσεις, ούτε συλλογισμοί. Είναι στίχοι ενός τραγουδιού μου. Συνεπώς, είναι όλα τα παραπάνω.
Snow flakes are falling οn my roof
But I told you I won’t need any proof
Since the minute you grinned at my sight
I knew you would never leave me behind
And now I say
And now I say to you
You’re my December love
My light, my delight, my chocolate piece of crime
When you’re walking by my side
I don’t sense cold inside my mind
You’re my December love
My blanket, my sweet face, my forbidden hot embrace
When you fondly kiss my smile
You’re my December love inside
TV says we’re waiting a storm
Close the window and hug me once more
The fire plays an important part
But you’re the one who’s warming my heart
And now you know
And now you know for sure
You’re my December love
My light, my delight, my chocolate piece of crime
When you’re walking by my side
I don’t sense cold inside my mind
You’re my December love
My blanket, my sweet face, my forbidden hot embrace
When you fondly kiss my smile
You’re my December love inside
(Αφιερωμένο στο Νίκο, ένα μεγάλο μουσικοποιό και καλλιτέχνη!)
Snow flakes are falling οn my roof
But I told you I won’t need any proof
Since the minute you grinned at my sight
I knew you would never leave me behind
And now I say
And now I say to you
You’re my December love
My light, my delight, my chocolate piece of crime
When you’re walking by my side
I don’t sense cold inside my mind
You’re my December love
My blanket, my sweet face, my forbidden hot embrace
When you fondly kiss my smile
You’re my December love inside
TV says we’re waiting a storm
Close the window and hug me once more
The fire plays an important part
But you’re the one who’s warming my heart
And now you know
And now you know for sure
You’re my December love
My light, my delight, my chocolate piece of crime
When you’re walking by my side
I don’t sense cold inside my mind
You’re my December love
My blanket, my sweet face, my forbidden hot embrace
When you fondly kiss my smile
You’re my December love inside
(Αφιερωμένο στο Νίκο, ένα μεγάλο μουσικοποιό και καλλιτέχνη!)
Subscribe to:
Posts (Atom)
Recent Posts
Esse quam videri
About Me
- Ginny
- For now, I'm just an unknown soul, lost in this small universe, who tries to be heard through all those empty voices around us. I'm simply just a dreamer...
Followers
Popular Posts
-
Αστείρευτο πάθος; Σίγουρα. Ηδονή; Σίγουρα. Αναπάντεχη απόλαυση; Σίγουρα. Αισθήσεις που με κλειστά τα μάτια αντέχω, επιθυμώ, προσμένω. Η λα...
-
Χιόνι, χιόνι, γλυκό μου χιόνι! Τι όμορφα που ακουμπάς τις σκεπές των σπιτιών και χώνεσαι μέσα στα κεραμίδια. Με τι χάρη αγκαλιάζεις τις ...
-
Και τέλος! Τέλος. Τέλος... Τέλος! Τέλος; Ναι, ναι...τέλος. Τελείωσε λοιπόν. Τώρα τι γίνεται; Αρκούσε αυτό το ‘τέλος’; Κι αν δεν έμεινες ευχα...
-
Ρομαντισμός. Πώς θα μπορούσα να τον ορίσω; Εύκολα. Απλά παρακολουθώντας μία παιδική ταινία της Ντίσνευ. Γελάτε φίλτατοι αναγνώστες; Εγώ καθ...
-
ω, ΝΑΙ! Αρχίζω την ανάρτηση με αυτόν τον υπέροχο τίτλο. Θα σας πω γιατί. Έγραφα το τελευταίο δίωρο ένα καταπληκτικό κείμενο(το οποίο είχα άμ...
-
Ώρες ώρες νιώθω πως με καταλαβαίνουν μόνο οι διαδικτυακοί, ιστολογιακοί φίλοι μου. Με χαροποιούν πραγματικά οι απαντήσεις, οι συμβουλές και...
-
Kαλησπέρα αγαπητοί μπλογκερς, Καλωσορίζω την καινούρια, για τους μαθητές και φοιτητές, σχολική χρονιά και τα νέα μέλη στο ταπεινό αυτό ιστολ...
-
Ginny is in a very romantic place today! Atmosphere, weather, mood, songs and everything. She's candidly sorry that she did not upload a...
-
Αγαπητέ, Δε θα σου δώσω όνομα. Σου χάρισα πολλά ονόματα με την πάροδο του χρόνου. Αυτό είναι ένα γράμμα για 'σένα, απλά όχι, προς εσ...
-
Βρέχει. Πόσα κομμάτια μου άραγε ξεκινούν με μία στάλα; Η βροχή είναι κάτι καθησυχαστικό, απαλό. Προσδίδει ισσοροποία στη ζωή μου, πάντα το...
Bραβείο από το φίλο μου Σκρουντζάκο!
Sonnet 18
Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date:
Sometime too hot the eye of heaven shines,
And often is his gold complexion dimm'd;
And every fair from fair sometime declines,
By chance or nature's changing course untrimm'd;
But thy eternal summer shall not fade
Nor lose possession of that fair thou owest;
Nor shall Death brag thou wander'st in his shade,
When in eternal lines to time thou growest:
So long as men can breathe or eyes can see,
So long lives this and this gives life to thee.
by William Shakespeare
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date:
Sometime too hot the eye of heaven shines,
And often is his gold complexion dimm'd;
And every fair from fair sometime declines,
By chance or nature's changing course untrimm'd;
But thy eternal summer shall not fade
Nor lose possession of that fair thou owest;
Nor shall Death brag thou wander'st in his shade,
When in eternal lines to time thou growest:
So long as men can breathe or eyes can see,
So long lives this and this gives life to thee.
by William Shakespeare
Powered by Blogger.
Ιθάκη
| Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου. Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους· να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά· σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. |
| (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) |
Sonnet 43
When most I wink, then do mine eyes best see,
For all the day they view things unrespected;
But when I sleep, in dreams they look on thee,
And darkly bright, are bright in dark directed.
Then thou, whose shadow shadows doth make bright,
How would thy shadow's form form happy show
To the clear day with thy much clearer light,
When to unseeing eyes thy shade shines so!
How would, I say, mine eyes be blessed made
By looking on thee in the living day,
When in dead night thy fair imperfect shade
Through heavy sleep on sightless eyes doth stay!
All days are nights to see till I see thee,
And nights bright days when dreams do show thee me.
| | |
|
Sonnet 116
Let me not to the marriage of true minds
Admit impediments. Love is not love
Which alters when it alteration finds,
Or bends with the remover to remove:
O no! it is an ever-fixed mark
That looks on tempests and is never shaken;
It is the star to every wandering bark,
Whose worth's unknown, although his height be taken.
Love's not Time's fool, though rosy lips and cheeks
Within his bending sickle's compass come:
Love alters not with his brief hours and weeks,
But bears it out even to the edge of doom.
If this be error and upon me proved,
I never writ, nor no man ever loved.
by William Shakespeare
Admit impediments. Love is not love
Which alters when it alteration finds,
Or bends with the remover to remove:
O no! it is an ever-fixed mark
That looks on tempests and is never shaken;
It is the star to every wandering bark,
Whose worth's unknown, although his height be taken.
Love's not Time's fool, though rosy lips and cheeks
Within his bending sickle's compass come:
Love alters not with his brief hours and weeks,
But bears it out even to the edge of doom.
If this be error and upon me proved,
I never writ, nor no man ever loved.
by William Shakespeare
Defying Gravity
Something has changed within me
Something is not the same
I'm through with playing by the rules
Of someone else's game
Too late for second-guessing
Too late to go back to sleep
It's time to trust my instincts
Close my eyes: and leap!
It's time to try
Defying gravity
I think I'll try
Defying gravity
And you can't pull me down!
I'm through accepting limits
''cause someone says they're so
Some things I cannot change
But till I try, I'll never know!
Too long I've been afraid of
Losing love I guess I've lost
Well, if that's love
It comes at much too high a cost!
I'd sooner buy
Defying gravity
Kiss me goodbye
I'm defying gravity
And you can't pull me down
Something is not the same
I'm through with playing by the rules
Of someone else's game
Too late for second-guessing
Too late to go back to sleep
It's time to trust my instincts
Close my eyes: and leap!
It's time to try
Defying gravity
I think I'll try
Defying gravity
And you can't pull me down!
I'm through accepting limits
''cause someone says they're so
Some things I cannot change
But till I try, I'll never know!
Too long I've been afraid of
Losing love I guess I've lost
Well, if that's love
It comes at much too high a cost!
I'd sooner buy
Defying gravity
Kiss me goodbye
I'm defying gravity
And you can't pull me down